Ο ΜΕΓΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΙ Η ΑΓΙΑ ΕΛΕΝΗ 21/5

Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος γεννήθηκε τὸ 247 μ.Χ. Γονεῖς του ἦταν ὁ Κωνστάντιος ὁ Ἀ' ὁ Χλωρὸς καὶ μητέρα του ἡ Ἑλένη ἀπὸ τὸ Δρέπανο τῆς Βιθυνίας. Ὁ Κωνσταντῖνος σὲ ἡλικία 18 ἐτῶν ἔγινε στρατιωτικὸς καὶ χάρη στὴν ἀνδρεία καὶ τὸ ἀγέρωχο φρόνημά του, προήχθη γρήγορα στὰ ἀνώτατα ἀξιώματα τοῦ στρατοῦ. Ὁ Κύριος θέλοντας νὰ τὸν βοηθήσει στὸν ἀγῶνα του κατὰ τοῦ Μαξεντίου καὶ τοῦ Λικίνιου, στὴ συνέχεια σχημάτισε στὸν οὐρανὸ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ μὲ τὴν ἐπιγραφὴ « Ἐν τούτῳ Νίκα», προσφέροντάς του ἕνα ἰσχυρότατο ὅπλο γιὰ νὰ κατατροπώσει τοὺς ἐχθρούς του.

Ἦταν ὁ πρῶτος αὐτοκράτορας ὁ ὁποῖος εὐνόησε τὴν Ἐκκλησία μετὰ ἀπὸ τρεῖς αἰῶνες ἀνελέγκτου διωγμοῦ. Μετέφερε τὴν πρωτεύουσα τοῦ κράτους του στὸ ἀρχαῖο Βυζάντιο καὶ ἔκτισε τὴ Βασιλίδα τῶν πόλεων τὴν Κωνσταντινούπολη. Λίγο πρὶν πεθάνει ἀξιώθηκε καὶ τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος. Ἐκοιμήθη σὲ ἡλικία 63 ἐτῶν, τὴν 21 Μαΐου 327. Ὁ Κωνσταντῖνος ἐνδιαφέρθηκε πολὺ καὶ γιὰ τὰ ἱερὰ σεβάσματα τῶν χριστιανῶν, γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ἀπέστειλε στὰ Ἱεροσόλυμα τὴν μητέρα του, γιὰ νὰ βρεῖ τὸν Τίμιο Σταυρό.

Μετὰ τὴν εὕρεσή του, ἡ Ἁγία Ἑλένη, ἀφοῦ διχοτόμησε τὶς κεραῖες του δημιούργησε δυὸ Σταυροὺς ἐκ τῶν ὁποίων τὸν ἕνα μετέφερε στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἐκοιμήθη εἰρηνικὰ τὸ 327 μ.Χ. σὲ ἡλικία 83 ἐτῶν.

Ἡ ἁγία Ἑλένη, ἡ ἰσαπόστολος

Κάποια ἀλήθεια λέει, πὼς πίσω ἀπὸ κάθε πραγματικὰ μεγάλο ἄνδρα στέκει μία πραγματικὰ μεγάλη μητέρα.

Σ' αὐτὴ καὶ τὸ ψυχικό της μεγαλεῖο χρωστᾷ ὁ κόσμος τὶς ξεχωριστὲς ἐκεῖνες μορφές, ποὺ τὸν ἀνέβασαν καὶ τὸν δόξασαν.

Ἀπόδειξη τρανὴ τῆς ἀλήθειας αὐτῆς εἶναι καὶ τὸ παράδειγμα τῶν δυὸ θεοστέπτων βασιλέων καὶ ἰσαποστόλων, τῶν ἁγίων Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης.

Τὴ μνήμη τοὺς τιμᾷ καὶ γιορτάζει ἡ Ἐκκλησία μας κάθε χρόνο τὴν 21η Μαΐου.

Μία σύντομη κι εὐλαβικὴ ἀναδρομὴ τῆς σκέψης μας στὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο τῆς ἁγίας Ἑλένης, τῆς ἐξαίρετης αὐτῆς μητέρας καὶ φλογερῆς χριστιανῆς καὶ ἰσαποστόλου, ποὺ ἡ ἐπίσκεψη καὶ προσφορά της στὸ εὐλογημένο νησί μας τὸ ἁγιάζει μέχρι σήμερα καὶ θὰ τὸ ἁγιάζει μέχρι τῆς συντέλειας τῶν αἰώνων, πολλὰ θὰ ἔχει νὰ μᾶς διδάξει.

Ἂς τὴν παρακολουθήσουμε.

Ἡ ὑπέροχη αὐτὴ γυναῖκα γεννήθηκε στὴ Δρεπάνη τῆς Βιθυνίας τῆς Μ. Ἀσίας γύρω στὸ 248 μ.Χ. ἀπὸ γονεῖς ἄσημους καὶ φτωχούς. Τῆς ἐπαρχίας αὐτῆς ὄχι μονάχα ἡ πρωτεύουσα Νίκαια, ἀλλὰ καὶ πολλὲς ἄλλες πόλεις ἤσαν Ἑλληνικότατες. Γι' αὐτὸ καὶ τὸ ὄνομα Ἑλένη ποὺ δόθηκε στὴν κόρη ἦταν ἀποτέλεσμα ὄχι μιᾶς ἑλληνίζουσας παραλαβῆς, ἀλλὰ μιᾶς Ἑλληνικῆς συνείδησης. Ἀπὸ τὰ παιδικά της χρόνια ἡ Ἑλένη διακρινόταν γιὰ τὴν ἐξαιρετική της ἐξυπνάδα κι ὀμορφιά. Ἀπὸ νωρὶς δὲ οἱ σπάνιες χριστιανικὲς ἀρετές της τὴν ξεχώριζαν ἀπὸ τὶς συνομήλικες τοῦ καιροῦ της καὶ τὴν προέβαλλαν στὸν κύκλο της παντοῦ.

Γύρω στὸ 270, ὅταν ἡ κόρη ἦταν ἡλικίας 22 περίπου χρόνων, πέρασε ἀπὸ τὴ Δρεπάνη καὶ κατέλυσε στὸ ἐκεῖ ξενοδοχεῖο τοῦ πατέρα της ἕνας ἀξιωματικὸς τῶν πραιτωριανῶν, ποὺ λεγόταν Κωνστάντιος Χλωρός. Τὸ προσωνύμιο Χλωρὸς τοῦ δόθηκε γιατί τὸ πρόσωπό του ἦταν πολὺ χλωμό. Ὁ Κωνστάντιος ἦταν γόνος μεγάλης καὶ ἀριστοκρατικῆς οἰκογένειας καὶ ἄνθρωπος πολὺ εὐγενής. Κάποια μέρα ἐκεῖ ποὺ βρισκόταν στὴν αὐλὴ τοῦ ξενοδοχείου, εἶδε τὴ σεμνὴ κόρη κι ἡ εὐγένειά της μαζὶ μὲ ἄλλα χαρίσματά της τράβηξαν ἔντονα τὴν προσοχή του. Ἡ ἐντύπωσή του ὑπῆρξε τέτοια, πού, χωρὶς νὰ χάσει καιρὸ ἔσπευσε νὰ παραμερίσει τὴν ἀσημότητα τῆς καταγωγῆς της - πρᾶγμα ἀντίθετο μὲ τὰ τότε Ρωμαϊκὰ ἔθιμα - καὶ νὰ τὴν ζητήσει γιὰ σύζυγό του. Ἕνα χρόνο ὕστερα ἀπὸ τοὺς γάμους (272 μ.Χ.), τὸ εὐτυχισμένο ζευγάρι ἀποκτοῦσε, ὡς εὐλογημένο καρπὸ τῆς ἕνωσής του, ἕνα χαριτωμένο ἀγόρι, τὸν Κωνσταντῖνο, τὸν ἀργότερα ἱδρυτὴ τῆς Βυζαντινῆς μας αὐτοκρατορίας καὶ κραταιὸ προστάτη τοῦ χριστιανισμοῦ καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας.

Ἡ εὐτυχία δυστυχῶς τοῦ νεαροῦ ζεύγους κι ἰδιαίτερα τῆς Ἑλένης δὲν κράτησε γιὰ πολύ. Ἡ γρήγορη ἄνοδος τοῦ Χλωροῦ στὸ ὕπατο ἀξίωμα τοῦ Καίσαρα ἀπὸ τὸν Διοκλητιανὸ κι ἡ ἀνάθεση σ' αὐτὸν τοῦ δυτικοῦ τμήματος τῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, τὸν ἔσπρωξε νωρὶς νὰ ἐγκαταλείψει τὴν πιστὴ κι ἐνάρετη σύντροφό του Ἑλένη, γιὰ νὰ παντρευτεῖ γυναῖκα τῆς κοινωνικῆς του τάξεως.

Ἡ πράξη αὐτὴ τοῦ Χλωροῦ φαίνεται σ' ἐμᾶς ἀληθινὰ παράδοξη. Κι εἶναι παράδοξη. Ὕστερα ἀπὸ τὴν τόση ἐκτίμηση ποὺ ἡ εὐγενικιὰ αὐτὴ ψυχὴ ἔτρεφε στὴ σύντροφό του Ἑλένη, τὴ μητέρα τοῦ ἀγαπημένου παιδιοῦ του, ἡ διαγωγὴ ὄχι μόνο φαίνεται, ἀλλὰ καὶ εἶναι παράδοξη κι ἀδικαιολόγητη γιὰ μᾶς. Στὴν πράξη ὅμως αὐτὴν καλούμαστε νὰ θαυμάσουμε τὸ ψυχικὸ μεγαλεῖο τῆς ἁγίας μας, μαζὶ μὲ τὴν ταπείνωση καὶ τὴν αὐτοθυσία της. Σημειώνουμε μερικὰ στοιχεῖα.

1. Ὁ διορισμὸς τοῦ Χλωροῦ σὲ Καίσαρα, ποὺ ἐξ αἰτίας τῆς χριστιανῆς συζύγου του Ἑλένης διέκειτο κάπως εὐνοϊκὰ πρὸς τὴν πίστη αὐτὴ θὰ ἐξασφάλιζε στοὺς χριστιανοὺς κάποια ἐλευθερία ζωῆς καὶ λατρείας. Κι αὐτὸ τὸ βλέπουμε στὴν περίπτωση τοῦ μεγάλου διωγμοῦ, ποὺ ὁ Διοκλητιανὸς ἐκίνησε ἐνάντια στοὺς χριστιανοὺς τῆς αὐτοκρατορίας του.

Οἱ πιστοὶ στὴ μεγάλη ἐπαρχία τοῦ Χλωροῦ δὲν καταδιώχθηκαν.

2. Ἡ ἀνάδειξη τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Χλωροῦ στὸ ἀξίωμα τοῦ Καίσαρος τοῦ ἄνοιξε τὸν δρόμο καὶ στὸ ἀξίωμα τοῦ Αὐγούστου αὐτοκράτορας. Κι ἡ ἀνάδειξη αὐτὴ θὰ εἶχε ὑψίστη σημασία γιὰ τοὺς χριστιανοὺς καὶ τὴν Ἐκκλησία τους.


3. Μὲ τὴν ἄνοδο ταῦ Χλωροῦ ἀνοιγόταν ὁ δρόμος καὶ γιὰ τὸν γιό του, τὸν νεαρὸ Κωνσταντῖνο.


Γι' αὐτοὺς λοιπὸν τοὺς λόγους ἀποφασίστηκε ὁ χωρισμὸς κι ἔγινε ἡ διάζευξη μὲ τὴ συναίνεση τῆς μεγάλης κι ἀνώτερης ἐκείνης γυναίκας, τῆς ἁγίας Ἑλένης. Θυσιάστηκε ἡ χριστιανὴ μητέρα γιὰ τὸ καλὸ τῶν ἀδελφῶν τοῦ Χριστοῦ, τῶν χριστιανῶν καὶ τὴν ἄνοδο τοῦ παιδιοῦ της.


Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ἐκείνη ἡ μαρτυρικὴ μάνα παραμερίστηκε ἀπὸ τὸ προσκήνιο τῆς ζωῆς. Γιὰ δεκατρία τόσα χρόνια ἡ Ἑλένη ζοῦσε μόνη μὲ συντροφιὰ τὴν πίστη της στὸν Σωτῆρα Χριστὸ καὶ στήριγμά της τὴν προσευχή. Πολὺ συχνὰ οἱ πρωινὲς ὧρες τὴν ἔβρισκαν γονατιστὴ κι ἄγρυπνη νὰ προσεύχεται μὲ δάκρυα στὰ μάτια γιὰ τὸ παιδί της, τὸν Κωνσταντῖνο. Μία ἦταν ἡ παράκλησή της. Νὰ τὸν φωτίσει ὁ Θεὸς νὰ μὴ παρασυρθεῖ ἀπὸ τὴ δόξα καὶ τὴ ματαιότητα τοῦ κόσμου. Κι ἡ ἀπάντηση δόθηκε. Πολὺ νωρὶς δόθηκε ἀπὸ Ἐκεῖνον ποὺ διακήρυξε: «Ὅσα ἂν αἰτήσητε ἐν τὴ προσευχὴ πιστεύοντες λήψεσθε». Καὶ δόθηκε πλουσιοπάροχα. Στ' ἀλήθεια: «Οἱ σπείροντες ἐν δάκρυσιν ἐν ἀγαλλιάσει θεριούσι». Αὐτοὶ ποὺ τὸν καιρὸ τῆς σπορᾶς σὰν νὰ βλέπουν τὴν τρομερὴ ξηρασία, σπέρνουν μὲ δάκρυα ἀπελπισίας τὰ χωράφια τους, ὅταν πέσουν οἱ βροχὲς καὶ καρποφορήσουν αὐτά, θὰ τὰ θερίσουν σκιρτῶντες ἀπὸ ἀγαλλίαση. Μὲ ἀγαλλίαση θέρισε κι ἡ πονεμένη, μὰ μεγαλόκαρδη μάνα, αὐτὸ ποὺ μὲ ἐπιμονὴ καὶ πίστη ζήτησε ἀπὸ τὸν Πανάγαθο Θεό.


Τὸ 306 μ.Χ. ὁ Κωνσταντῖνος διαδέχτηκε στὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο τῆς Δύσεως τὸν πατέρα του Κωνστάντιο Χλωρό. Μία ἀπὸ τὶς πρῶτες ἐνέργειες τοῦ νεαροῦ αὐτοκράτορα, ἦταν νὰ καλέσει κοντά του τὴν ἀγαπημένη του μητέρα, νὰ τὴν ἀνακηρύξει Αὐγοῦστα, δηλαδὴ αὐτοκράτειρα, καὶ νὰ τὴν ἔχει κοντά του συνεργάτιδα, στὸ μεγαλόπνοο καὶ πολύπλευρο ἔργο του. Ἡ ἀγάπη, μὰ κι ἡ ἀφοσίωσή του σ' αὐτή, ὑπῆρξε ἀπεριόριστη καὶ παραδειγματική. Σ' ὅλες τὶς δύσκολες, μὰ κι ὄμορφες στιγμὲς τῆς ζωῆς του, τὴν εἶχε δίπλα του καὶ τὴν συμβουλευόταν. Γιὰ νὰ τὴν τιμήσει, ἔκοψε νομίσματα μὲ τ' ὄνομα καὶ τὴ μορφή της. Κι ἀκόμη τὴν πόλη ποὺ γεννήθηκε ἡ ἁγία του μητέρα, τὴ Δρεπάνη τῆς Βιθυνίας, πρὸς τιμή της τὴ μετονόμασε σὲ Ἐλενόπολη. Γιὰ νὰ τὴν εὐχαριστήσει δέ, φρόντισε σὲ διάφορα μέρη τῆς αὐτοκρατορίας του νὰ στηθοῦν ποικίλα ἱδρύματα γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση καὶ ἀνακούφιση τοῦ λαοῦ. Πολλοὶ λένε πὼς κι αὐτὸ τὸ θησαυροφυλάκιο τῆς μεγάλης Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας μὲ τοὺς ἀφάνταστους πόρους δὲν δίστασε ὁ φιλόστοργος γιὸς νὰ τὸ ἀναθέσει ἀνεξέλεγκτα στὰ χέρια τῆς ἄξιας μάνας του. Ἡ μεγάλη τιμὴ τοῦ στοργικοῦ Κωνσταντίνου πρὸς τὴν ἅγια του Μητέρα ἐκδηλώθηκε λαμπρὴ καὶ λίγα χρόνια μετὰ τὸν θάνατό της. Ὅταν τὸ 330 κτίστηκε ἡ Κωνσταντινούπολη, ἐκεῖ στὴ μεγάλη πλατεῖα ποὺ ὀνομαζόταν Φόρος, ὑψώθηκαν δυὸ στῆλες στὸ ὄνομα τῆς Ἑλένης καὶ τοῦ Κωνσταντίνου καὶ ἀνάμεσα τοὺς τοποθετήθηκε ἕνας σταυρός, ποὺ ἔφερε αὐτὴ τὴν ἐπιγραφή:

«Εἰς Ἅγιος, εἰς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ πατρός, Ἀμήν».

Μὲ τούτη τὴν ἐπιγραφὴ ἤθελε νὰ διατυπώσει τὴ δογματικὴ ὁμολογία τῆς χριστιανικῆς πίστεως, τὴν ὁποία ὑπηρέτησε μὲ τὴ βασιλεία του καὶ τὴν ὁποία στὴν ψυχή του φύτεψε ἀπὸ αὐτὰ τὰ παιδικά του χρόνια ἡ εὐσεβὴς καὶ στοργικὴ μητέρα μὲ τὴν ὅλη παιδαγωγία της.

Ψηλά, πολὺ ψηλὰ κράτησε ἡ ταπεινὴ κι ὑπέροχη ἐκείνη γυναῖκα, ἡ ἁγία Ἑλένη σ' ὁλόκληρη τὴ ζωή της τὸν τιμητικὸ ρόλο της. Μὲ τὴ στοργὴ καὶ τὴ φρόνησή της ἔγινε γιὰ τὸν Κωνσταντῖνο ὁ φωτεινὸς σύμβουλος κι ὁ ἀναντικατάστατος ὁδηγός. Μὲ τὴ χριστιανικὴ ὑπομονή της καλλιέργησε κι ἀτσάλωσε τὸν τραχὺ χαρακτῆρα του. Μὲ τὴ φρόνιμη κι ἐπίκαιρη ἐπέμβασή της, τὸν βοήθησε νὰ ἀποφύγει ἕνα σωρὸ ἄτοπα, στὰ ὁποῖα θὰ παρασυρόταν ἐξ αἰτίας τῆς τόλμης καὶ τῆς ὁρμητικότητάς του. Μὲ τὴν πνοὴ ἀκόμη καὶ τὸν ζῆλο της τοῦ ἐνεφύσησε τὶς χριστιανικὲς ἐκεῖνες ἀρετὲς ποὺ τὸν δόξασαν καὶ δίκαια τοῦ προσέδωσαν τὸν τιμητικὸ καὶ ζηλευτὸ τίτλο τοῦ Μεγάλου.
Ἡ ἴδια, παρὰ τὸ ἀπότομο ἀνέβασμά της, δὲν περηφανεύτηκε. Ἔμεινε σ' ὅλη τὴ ζωή της ἡ ἁπλή, ἡ ταπεινὴ καὶ ἀπέριττη χριστιανή. Ἡ χριστιανὴ τῶν ἔργων, τῆς διακονίας, τῆς δράσεως.

Μὲ τοὺς μακροχρόνιους διωγμοὺς ἐνάντια στοὺς χριστιανοὺς οἱ πιὸ πολλοὶ ναοὶ ποὺ ὑπῆρχαν εἶχαν μισογκρεμισθεῖ κι ἀπογυμνωθεῖ ἀπὸ τὰ ἀπαραίτητα στοιχεῖα γιὰ τὴ θεία λατρεία. Οἱ χριστιανοὶ ποὺ ἔβγαιναν ἀπὸ «τὰ σπήλαια καὶ τὶς ὀπὲς τῆς γῆς», τὶς κατακόμβες, χρειαζόντουσαν κάποιους χώρους, γιὰ νὰ λατρεύσουν τὸν Θεό. Ποιὸς θὰ τοὺς ἔλυε αὐτὸ τὸ πρόβλημα; Ποιὸς θὰ φρόντιζε νὰ κτισθοῦν οἱ κατάλληλοι ναοὶ καὶ νὰ ἐξοπλισθοῦν μὲ τὰ ἀπαραίτητα ἀντικείμενα καὶ ἱερὰ σκεύη;


Ποιὸς ἄλλος ἀπὸ τὴν ἁγία;

Αὐτὴ μὲ δική της πρωτοβουλία ἀνέλαβε τὸ ὅλο ζήτημα. Μὲ τὴ δική της συνδρομὴ καὶ φροντίδα καὶ μὲ τὰ ἄφθονα χρήματα ποὺ προσφέρει, ἀρκετοὶ ναοὶ ἀρχίζουν νὰ κτίζονται σὲ πλεῖστα ὅσα μέρη. Παρὰ τὴν ἡλικία της δὲν διστάζει νὰ ἀναλάβει καὶ κουραστικὰ ταξίδια σὲ μακρινὰ τμήματα τῆς ἀπέραντης αὐτοκρατορίας, γιὰ νὰ ἐλέγξει καὶ παρακολουθήσει τὰ ἔργα, ποὺ γίνονται. Οἱ χριστιανοὶ στὸ πρόσωπό της ὑποδέχονται, ὄχι ἁπλῶς τὴν «Αὐγοῦστα», ἀλλὰ τὴ μητέρα, τὴν προστάτιδα τῆς χριστιανικῆς πίστεως. Σὲ λίγα χρόνια μὲ τὴν ἄγρυπνη φροντίδα της περίλαμπροι ναοὶ ὑψώθηκαν ὄχι μονάχα σὲ πόλεις, μὰ καὶ σὲ ἀπόμερα χωριά. Ναοί! Ὀάσεις πνευματικοῦ ἀνεφοδιασμοῦ καὶ ψυχικῆς ἀνατάσεως! Διαμάντια ὀμορφιᾶς, μὰ καὶ κέντρα πολιτισμοῦ.
Ὁ ἱστορικὸς Εὐσέβιος γράφει σχετικά:
«Ἑλένη Αὐγοῦστα Θεῶ τῷ Σωτήρι αὐτῆς, Θεοφιλοῦς βασιλέως θεοφιλὴς μήτηρ, εὐσεβοῦς τεκμήρια διαθέσεως ἵδρυσε».

Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ ἰδιαίτερα τίμησε τὴν ἁγία, εἶναι ἡ περὶ τὰ τέλη τῆς ζωῆς της (326 μ.Χ.) μετάβασή της στοὺς τόπους ὅπου ἔζησε ὁ Κύριος, κι ἡ ἀνεύρεση ἐκεῖ τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ, ἐπάνω στὸν ὁποῖο ὑψώθηκε ὁ Λυτρωτής μας.

Πόσους κόπους ἀλήθεια δὲν κατέβαλε ἐδῶ! Καὶ πόσες νύχτες δὲν πέρασε ἄγρυπνη ζητώντας τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν ἐπιτυχία τοῦ σκοποῦ της. Κι ἡ ἐξήγηση ἁπλή.

Μετὰ τὸ Ἅγιο Πάθος τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, οἱ σταυρωτὲς πέταξαν τὸν Τίμιο Σταυρὸ σὲ κάποιο λάκκωμα, ἐκεῖ κοντὰ στὸν Γολγοθά. Πάνω ἀπὸ αὐτὸν οἱ κάτοικοι τῆς θεοκτόνου πόλεως πετοῦσαν κάθε μέρα τὰ σκουπίδια καὶ τὶς ἀκαθαρσίες τους. Αὐτὸς δὲ ὁ αὐτοκράτορας τῆς Ρώμης Ἀδριανὸς (118-138 μ.Χ.) μὲ σκοπὸ νὰ ματαιώσει μελλοντικὰ κάθε προσκυνηματικὴ εὐλάβεια στὰ ἅγια αὐτὰ μέρη, φρόντισε νὰ καλυφθεῖ ὁ Γολγοθὰς κι ἔστησε ἐπάνω σ' Αὐτὸν τὸ ἄγαλμα τῆς Ἀφροδίτης. Ἐπάνω δὲ στὸν τάφο τοῦ Σωτῆρος, ποὺ κι αὐτὸς καλύφθηκε μὲ χώματα, στήθηκε ἕνα ἄγαλμα τοῦ Διός. Ἐν τούτοις ὅμως, ὅπως μᾶς λέγει ἡ παράδοση, ἡ ἁγία Ἑλένη μὲ τὸν ζῆλο καὶ τὶς ὑπεράνθρωπες προσπάθειές της, κατώρθωσε τὰ φαινομενικὰ ἀκατόρθωτα. Τὸ μέρος ποὺ πετάχθηκε ὁ Τίμιος Σταυρὸς ἀναγνωρίσθηκε μὲ τὴ βοήθεια ἑνὸς λουλουδιοῦ τοῦ γνωστοῦ μας βασιλικοῦ Μὰ 'κει ποὺ σκάφτουν σκυθρωπὰ ἐν ἄρωμᾳ σκορπιέται, μοσχοβολᾷ γλυκά. Μέσ' ἀπ' τὸ χῶμα τὸ σκορπᾷ μία λουλουδιὰ ποὺ σειέται μὲ τ' ἄνθη τὰ λευκά.Ἔκτοτε μένει σεβαστὸ τὸ πράσινο βλαστάρι μὲ τάνθος τὸ λευκό. Τοὺς ἁγιασμοὺς κάμνουν μ' αὐτὸ τὸ παίρνουν γι' ἅγια χάρι τὸ λὲν βασιλικό., ποῦ βλαστοῦσε πάνω ἀπὸ τὸν τόπο, ποὺ ἔκρυβε τὸν Σταυρό.

Ἐκεῖ ἔβαλε κι ἔσκαψαν ἡ ἁγία. Κι οἱ κόποι της βραβεύθηκαν πολὺ γρήγορα. Κάποια μέρα οἱ ἐργάτες ἀνέσυραν ἀπὸ τὰ χώματα τὸ ἱερὸ σύμβολο μαζὶ μὲ τοὺς σταυροὺς τῶν δυὸ λῃστῶν. Τὸν γνήσιο Σταυρὸ τὸν διέκριναν ἀπὸ ἕνα θαῦμα ποὺ ἔγινε μὲ τὴ δύναμή Του. Μία νεκρὴ ἀναστήθηκε μόλις τὸ εὐλογημένο τοῦτο Ξύλο ἄγγιξε τὸ κορμί της. Τότε ἡ ἁγία πλημμυρισμένη ἀπὸ ἀνεκλάλητη χαρὰ κι ἀγαλλίαση κάλεσε τὸν ἐπίσκοπο τῆς Ἅγιας Πόλεως καὶ ὕψωσε τὸν Τίμιο Σταυρό, ἐνῷ τὰ πλήθη τῶν πιστῶν ποὺ συνέρρευσαν ἐκεῖ, μὲ εὐλάβεια μοναδικὴ ἔψαλαν τὸ «Κύριε ἐλέησον».

Θεία εὔνοια καὶ πρὸς αὐτὴν καὶ πρὸς τὸν γιό της θεώρησε ἡ ἁγία τὴν ἀποκάλυψη αὐτή. Γι' αὐτὸ κι ἔσπευσε νὰ χρηματοδοτήσει τὸ κτίσιμο ἐκεῖ τοῦ ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως, ἑνὸς ἄλλου ναοῦ ἐπάνω ἀπὸ τὸ Σπήλαιο τῆς Γεννήσεως τοῦ Σωτῆρος μας στὴ Βηθλεὲμ καὶ ἄλλων ἐπάνω στὸ Ὄρος τῆς Ἀναλήψεως καὶ στὸ ὀρὸς Θαβώρ.


Μὲ τεμάχια ἀπὸ τὸν πολύτιμο θησαυρό της, τὸν Τίμιο Σταυρὸ φτιαγμένα σὲ μικρότερους σταυροὺς καὶ τοὺς ἁγιασμένους ἥλους καὶ τὸ ἀκάνθινο στεφάνι, ξεκίνησε ἕνα πρωὶ ἡ μακαρία Ἑλένη μὲ τὸ βασιλικό της καράβι γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ στὸν γιό της.

Τὸ ταξίδι αὐτὸ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εὐδόκησε νὰ μὴ γίνει ἀνώδυνο καὶ χωρὶς ἐπεισόδια. Θαλασσοταραχὴ δυνατὴ παρὰ τὴν προσπάθεια καὶ τὸν ἀγῶνα τοῦ πληρώματος ὁδήγησε τὸ καράβι στὰ νότια παράλια τῆς Κύπρου καὶ τὸ ἀνάγκασε ὕστερα ἀπὸ πολλὲς δυσκολίες νὰ προσορμισθεῖ σ' ἕνα μικρὸ ὅρμο, κοντὰ στὸν ὁποῖο χυνόταν ἕνας χείμαρρος, ποὺ ἀπὸ τότε ὀνομάστηκε Βασιλοπόταμο, δίπλα στὸ σημερινὸ Ζύγι.

Κουρασμένη καὶ ζαλισμένη ἡ Αὐγοῦστα ἀπὸ τὴ θαλασσοταραχή, διέταξε τοὺς ὑπηρέτες της νὰ στήσουν ἐκεῖ στὴν ἀκρογιαλιὰ τὴ βασιλική της σκηνὴ γιὰ νὰ ξεκουραστεῖ ὀλίγο. Ἡ προσταγὴ ἐκτελέστηκε ἀμέσως.


Οἱ ναῦτες μετέφεραν στὴν ξηρὰ ὅλες τὶς ἀποσκευὲς κι ἡ κουρασμένη βασίλισσα ἀπὸ τὴν τρικυμία καὶ τὰ χρόνια — ἦταν τότε 80 περίπου χρόνων - ἔγειρε στὸ κρεβάτι, ἔκλεισε τὰ μάτια καὶ σὲ λίγο κοιμήθηκε. Στὸν ὕπνο της τὸν ταραγμένο, ἕνα ὄνειρο παράδοξο τὴν ξύπνησε τρομαγμένη. Ἕνας ὄμορφος νέος, ἕνας νέος μὲ ἀγγελικὴ μορφή, ᾖρθε καὶ στάθηκε δίπλα στὸ κρεβάτι της καὶ τῆς εἶπε:

- Σεβαστὴ βασίλισσα, εἶμαι σταλμένος ἀπὸ τὸν Πανάγαθο Θεὸ νὰ σοῦ εἰπῶ τὸ θέλημά Του. Ὅπως ἐκεῖ στὰ Ἱεροσόλυμα ἔκτισες ναοὺς γιὰ νὰ δοξάζεται καὶ νὰ ὑμνεῖται, ἔτσι κι ἐδῶ, σὲ τοῦτο τὸ νησὶ τὸ εὐλογημένο, πρέπει νὰ κάμεις τὸ ἴδιο. Νὰ κτίσεις κι ἐδῶ ἱερὸ ναό, τὸν ὁποῖο μάλιστα νὰ προικίσεις μὲ τὸ τίμιο Ξύλο τοῦ Σταυροῦ, γιὰ νὰ προσκυνεῖται καὶ νὰ δοξάζεται τοὺς αἰῶνες ὁ σεβάσμιος Σταυρὸς τοῦ Κυρίου ἀπὸ τοὺς κατοίκους αὐτοῦ τοῦ τόπου. Ἐδῶ θὰ ζοῦν χριστιανοὶ μέχρι τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου.
Ἦταν τόσο ζωντανὸ τὸ ὄνειρο, ποὺ ἡ βασίλισσα τινάχτηκε πάνω ἀπὸ τὸ κρεβάτι της τρομαγμένη. Νόμιζε πὼς ἔβλεπε ἀκόμη μπροστά της τὸν ἀγγελόμορφο νέο νὰ τῆς μιλᾷ.
Μὲ θαυμαστὴ γρηγοράδα γιὰ τὴν ἡλικία της κατέβηκε ἀπὸ τὸ στρῶμα της κι ἔτρεξε στὸ μπαοῦλο μέσα στὸ ὅποιο εἶχε φυλάξει τὸ Τίμιο ξύλο. Τὸ ἄνοιξε μὲ εὐλάβεια καὶ προσοχὴ καὶ κοιτάζει νὰ βρεῖ καὶ νὰ πάρει τὸ Ἅγιο Ξύλο. Τίποτα ὅμως δὲν βρίσκει. Στὶς φωνές της τρέχουν κι οἱ ὑπηρέτες της καὶ ψάχνουν κι αὐτοί. Ἄκαρπες οἱ προσπάθειες ὅλων. Τρομαγμένη ἡ μακαρία γυναῖκα γιὰ τὸν χαμό, προσπαθεῖ μὲ νεύματα νὰ δείξει στοὺς ὑπηρέτες της νὰ συνεχίσουν τὴν ἔρευνα κι ἔξω ἀπὸ τὴ σκηνή. Μὲ νεύματα ἀγωνίζεται ἡ βασίλισσα, γιατί ἀπὸ τὴ θλίψη καὶ τὴ στενοχώρια, πάγωσαν τὰ χείλη καὶ δὲν μπορεῖ νὰ μιλήσει. Μὲ νεύματα συνιστᾷ πὼς πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ εὑρεθεῖ τὸ σεπτὸ κειμήλιο.
Πέρασε ἀρκετὴ ὥρα. Ξαφνικὰ λαχανιασμένος μπῆκε στὴ σκηνὴ ἕνας ὑπηρέτης καὶ κατασυγκινημένος ἀπευθύνεται στὴν «Αὐγοῦστα» καὶ λέει: Κυρὰ Βασίλισσα, πέρα μακριὰ στὴν κορυφὴ ἑνὸς βουνοῦ, φαίνεται μία παράξενη χρυσοκόκκινη φλόγα, ποὺ ὅσο πάει μεγαλώνει καὶ λάμπει γύρω. Περίεργη ἡ Βασίλισσα βγαίνει ἀπὸ τὴ σκηνή της καὶ κοιτάζει πρὸς τὴ μυτερὴ κορυφὴ τοῦ βουνοῦ καὶ βλέπει κι αὐτὴ τὴν παράξενη λάμψη. Εἶχε δίκαιο ὁ ὑπηρέτης. Σωστὰ μίλησε. Χωρὶς νὰ χάσει καιρὸ ἡ βασίλισσα, καλεῖ τὸν ὑπηρέτη κοντά της καὶ τὸν διατάζει μὲ συντροφιὰ κάποιου ἄλλου, νὰ πᾶν νὰ ἐξετάσουν ποιὸ πρᾶγμα ἦταν ἐκεῖνο, ποὺ ἔδινε τὴν ἀσυνήθιστη καὶ παράξενη λάμψη.

Μετὰ ἀπὸ ὧρες γύρισαν οἱ ὑπηρέτες ἔχοντας στὰ χέρια τὸν χαμένο θησαυρὸ τῆς βασίλισσας, τὸ Τίμιο Ξύλο.

Τὸ βρῆκαν, τῆς εἶπαν, μέσα σὲ μία φλόγα, ποὺ σὰν πύρινη στήλη ἀνέβαινε πάνω ἀπὸ πενήντα μέτρα ὑψηλά, χωρὶς ξύλα ἡ ἄλλη πηγὴ φωτιᾶς.

Συγκινημένη ἡ εὐσεβέστατη ἄνασσα γιὰ ὅσα ἄκουε καὶ ὅσα ἔγιναν κατάλαβε ἀμέσως ποιὸ ἦταν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Ἔπρεπε ἐκεῖ στὸ βουνὸ νὰ κτισθεῖ ὁ ναὸς καὶ νὰ προικοδοτηθεῖ μὲ τὸ τίμιο Ξύλο, γιὰ νὰ θυμοῦνται ὅλοι τὸ θαῦμα τοῦ Ἐσταυρωμένου.
Χωρίς νὰ χάσει καιρὸ σηκώνεται καὶ μὲ ἀρκετοὺς ἀπὸ τὴ συνοδεία της ξεκινᾷ γιὰ τὸ Σταυροβούνι.

Ἕνας θρῦλος.

Ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ μεγάλους θρύλους τῆς Κύπρου μας εἶναι τοῦτο τὸ ξεκίνημα. Τούτη τὴν ἐποχή, σύμφωνα μὲ μία παράδοση, τὸ νησί μας τὸ ἔδερνε ἡ πιὸ μακρόχρονη ἀνομβρία. Δεκαεπτὰ ὁλόκληρα χρόνια δὲν ἔπεσε στὴ γῆ τῆς Κύπρου μας σταγόνα βροχῆς. Τὰ δένδρα ξηράνθηκαν. Τὰ ζῷα ψοφοῦσαν καθημερινὰ ἀπὸ τὴ δίψα. Οἱ κάτοικοι οἱ περισσότεροι ἔφυγαν, γιατί δὲν βρίσκανε τίποτα νὰ φᾶνε, οὔτε καὶ νερὸ νὰ πιοῦν. Τὸ νησὶ γέμισε ἀπὸ φίδια φαρμακερά, τὶς γνωστές μας σήμερα κουφάδες. Ἀπὸ τότε οἱ λίγοι κάτοικοι ποὺ ἐναπόμειναν, ἄρχισαν νὰ χρησιμοποιοῦν τὰ ὑψηλὰ παπούτσια, τὶς ποδίνες, γιὰ νὰ φυλάγονται ἀπὸ τὰ δαγκώματα τῶν φιδιῶν. Τὸ νησί μας ἐρήμωσε σχεδόν.
Σ' αὐτὴ τὴ θλιβερὴ κατάσταση βρῆκε τὴν Κύπρο μας ἡ βασίλισσα. Καὶ σὲ μία τέτοια κατάσταση ἀναλαμβάνει αὐτὴ σὲ μεγάλη ἡλικία τοῦτο τὸ ταξίδι. Σὲ κάθε τοὺς βῆμα τὰ φαρμακερὰ φίδια φεύγουν τρομαγμένα ἀπὸ μπροστά τους. Κι αὐτοὶ ἀναγκάζονται γιὰ πιὸ πολλὴ ἀσφάλεια νὰ προχωροῦν μέχρι τὸ Κίτι, ὅλο ἀκρογιαλιὰ κι ἀπ' ἐκεῖ ὕστερα νὰ προχωρήσουν πρὸς τὸ βουνό. Γιὰ νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τοὺς ξηροὺς θάμνους καὶ τὰ ξηρὰ ἀγριόχορτα ποὺ κρύβανε ἕνα σωρὸ κινδύνους, ἡ παράδοσή μας λέγει, πὼς ἡ ἁγία διέταξε κι ἔβαλαν φωτιά, γιὰ νὰ καοῦν μαζὶ μ' αὐτὰ καὶ τὰ φίδια. Ἡ φωτιὰ σιγά-σιγὰ ξαπλώθηκε σὲ ὅλο τὸ νησί. Τὰ μόνα μέρη ποὺ ἔμειναν ἔξω ἀπ' τὴ φωτιά, ἄκαυτα, ἦταν ὁ Ἀκάμας καὶ τὸ Καρπάσι. Ὕστερα ἀπὸ πολλοὺς κόπους καὶ κινδύνους, ἡ ἁγία μὲ τὴ συνοδεία της μπόρεσαν νὰ φτάσουν μέχρι τὴν κορυφή. Ἐκεῖ, σὰν ἡ βασίλισσα εἶδε τὰ εἴδωλα στημένα καὶ ρώτησε κι ἔμαθε, πὼς ἐκεῖ ἦταν ὁ ναὸς τῆς ψευδοθεᾶς Ἀφροδίτης Ὑπάρχει καὶ ἡ γνώμη ὅτι ὁ εἰδωλολατρικὸς ναὸς ἦταν ἀφιερωμένος στὴ λατρεία τοῦ μεγάλου Θεοῦ Δία. , λέγεται ὅτι εἶπε:
— Ἐδῶ ἐπάνω στὸ βωμὸ τῆς θεᾶς τοῦ ἔρωτα, θὰ κτίσω τὸ βωμὸ καὶ τὸν ναὸ τοῦ ἀληθινοῦ θεοῦ, τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης.
Κατὰ τὸ κτίσιμο τοῦ μοναστηριοῦ λέγεται, πὼς σ' αὐτὸ βοηθοῦσε κι ἡ ἴδια ἡ βασίλισσα. Ὁ πόθος τῆς ἁγίας νὰ δεῖ τὸ γρηγορώτερο ἐκεῖ ὑψωμένο τὸν ναὸ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος τῶν ἀνθρώπων καὶ τὸν Τίμιο Σταυρό, νὰ στολίζει περίλαμπρα τὸν ἱερὸ ἐκεῖνο χῶρο, τὴν ἔκαμε νὰ τρέχει ἐπάνω κάτω καὶ νὰ βοηθᾷ.
Καὶ νά.
Σὲ λίγο καιρὸ τὸ ἐκκλησάκι ἦταν ἕτοιμο.
Σ' αὐτὸ ἡ εὐσεβὴς βασίλισσα ἔβαλε ἐκεῖ ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὸν Τίμιο Σταυρὸ κι ἔδωσε ἐντολὴ νὰ κτιστεῖ καὶ ἐκκλησία καὶ στὴν Τόχνη καὶ ἀλλαχοῦ. Καὶ στὰ μέρη αὐτὰ ἐπίσης ἡ βασίλισσα ἀφῆκε τεμάχια ἀπὸ τὸν Τίμιο Σταυρό, ἕνα τεμάχιο ἀπὸ τὸν ἅγιο Κάνναβο - τὸ σχοινὶ μὲ τὸ ὁποῖον ἐδέθησαν τὰ ἅγια χέρια τοῦ Κυρίου καὶ ποὺ βρίσκεται τώρα στὸ Ὅμοδος — καὶ τμῆμα ἀπὸ ἕνα ἁγιασμένο ἧλο (καρφί).
Σὰν τέλειωσε τὸ ἔργο της ἡ εὐλαβέστατη αὐτὴ γυναῖκα, γονάτισε, δοξολόγησε τὸν Κύριο γιὰ τὴ βοήθειά Του καὶ προχώρησε πρὸς τὸ καράβι γιὰ νὰ φύγει. Προτοῦ ἀνεβεῖ ἀκόμη σ' αὐτὸ ἡ δύναμη τοῦ Σταυροῦ ἄρχισε νὰ ἐκδηλώνεται πλούσια στὸ ταλαιπωρημένο νησί.
1. Βροχὲς καταρρακτώδεις ἄρχισαν νὰ πέφτουν σὲ ὅλη τὴν Κύπρο.
2. Οἱ δαίμονες ποὺ κατοικοῦσαν στὴν κορφὴ τοῦ βουνοῦ καὶ ταλαιπωροῦσαν ἀλύπητα τοὺς κατοίκους χάθηκαν γιὰ πάντα.
Καινούργια ζωὴ ἀρχίζει στὸ νησί. Οἱ κάτοικοι ξαναγυρίζουν στὸν τόπο τους ἀπὸ τὶς γειτονικὲς χῶρες ὅπου πῆγαν. Κι ἡ ἴδια ἡ βασίλισσα φροντίζει νὰ ἔρθουν κι ἄλλοι κι ἄλλοι. Γιὰ νὰ προστατεύσει τοὺς κατοίκους ἀπὸ τὰ φίδια φρόντισε κι ἔστειλε ἕνα καράβι μὲ γάτους γιὰ νὰ τρῶνε τὰ φίδια. Τὰ τόσο χρήσιμα αὐτὰ ζῷα λέγεται, πὼς ἀφέθηκαν ἐλεύθερα ἐκεῖ στὸ ἀκρωτήριο, ποὺ ἀπὸ τότε πῆρε τὸ ὄνομα Κάβο-γάτα.
Ὁρόσημο στὴν ἱστορία τοῦ νησιοῦ μας ἀποτέλεσε κι ἀποτελεῖ ἡ ἄφιξη τῆς ἁγίας σ' αὐτό. Δικαιολογημένη ἀπόλυτα κι ἡ εὐλάβεια κι ὁ σεβασμὸς τῶν κατοίκων τῆς Κύπρου μας πρὸς τὸ πρόσωπό της. Τὸ μοναστῆρι ποὺ ἔκτισε καὶ τὰ δῶρα ποὺ ἀφῆκε στὸ νησί μας, θὰ τὸ ἁγιάζουν μέχρι τῆς συντέλειας τῶν αἰώνων καὶ θὰ 'ναι γιὰ πάντα γιὰ τὶς εὐλαβεῖς ψυχὲς πηγὴ καθαρμοῦ καὶ ἀνανεώσεως. Ἀρκεῖ μονάχα οἱ κάτοικοι αὐτοῦ τοῦ τόπου νὰ ἐνθυμοῦνται τὸν θησαυρὸ τῆς πίστεως, τῆς ὀρθοδόξου πίστεως ποὺ παρέλαβαν καὶ κατέχουν καὶ τὸν θησαυρὸ αὐτὸ νὰ τὸν φυλᾶνε ὡς κόρη ὀφθαλμοῦ.
Ὁ Τίμιος Σταυρὸς θὰ 'ναι καὶ γι' αὐτοὺς καὶ γιὰ κάθε πιστὸ πηγὴ εὐλογίας καὶ ζωῆς. «Σταυρὸς πιστῶν τὸ στήριγμα!»

Ὁ Τίμιος Σταυρὸς ποὺ ὕψωσε ἐκεῖ στὸ μοναστῆρι τοῦ Σταυροῦ καὶ ποὺ ἔχει στὴ μέση ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὸν πραγματικὸ Σταυρὸ τοῦ Κυρίου παρουσιάζει τὸ ἕξης θαυμαστό: Εἶναι αἰωρούμενος. Δὲν στηρίζεται δηλαδὴ στὴ γῆ.

Πολλοὶ πιστοὶ ἀναφέρουν, πὼς πολλὲς φορὲς νόμισαν ὅτι ἔβλεπαν τὸν Σταυρὸ νὰ κρέμεται ἀπὸ τὸν Οὐρανό. Γι' αὐτὸ καὶ τὸ ὄνομα Θεοκρέμμαστος. Αὐτὸ τὸ θαῦμα πολλοὶ εὐλαβεῖς χωρικοὶ ἀπὸ τὰ περίχωρα τὸ εἶδαν. Εἶδαν δηλαδὴ «τὸν Σταυρὸν ὑψούμενον ἐν μέσῬYPOGEGRAMMENH)ω λαμπροῦ καὶ ἀκτίστου φωτὸς ἄνωθεν τῆς Μονῆς καὶ τοῦ Ὄρους».

Τὸ 327, ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, μὲ συγκινητικότατα δείγματα στοργῆς καὶ εὐλάβειας, δέχθηκε τὴν ἐπιστροφὴ τῆς ἁγίας του Μητέρας. Τὴν ἡμέρα τοῦ ἐρχομοῦ της, βγῆκε σὲ προϋπάντησή της. Καὶ σὰν πλησίασε, ἔτρεξε κοντά της κι ἔπεσε κάτω καὶ μὲ εὐλάβεια πολλὴ πῆρε στὰ χέρια του καὶ μὲ χαρὰ προσκύνησε τὸ Τίμιο Ξύλο καὶ τὴ θήκη ποὺ περιεῖχε τοὺς Ἥλους (τὰ καρφιά), ποὺ εἶχαν ἐμπηχθεῖ στὰ ἅγια χέρια καὶ πόδια τοῦ Κυρίου μας. Μετὰ κάλεσε κοντά του τὸν πατριάρχη Μακάριο καὶ τοῦ τὰ παρέδωσε γιὰ νὰ τὰ προσκυνοῦν οἱ πιστοί.


Τὸ μεγαλύτερο μέρος τοῦ Τιμίου Σταυροῦ βρίσκεται σήμερα στὸ Ἅγιο Ὄρος, στὴ Μονὴ τοῦ Ξηροποτάμου. Ἀπὸ τοὺς τέσσερις Ἥλους, τοὺς δυὸ τοὺς τοποθέτησαν στὸ βασιλικὸ Στέμμα. Κι αὐτὸ ἔφερε πάντα μαζί του ὁ Κωνσταντῖνος καὶ τὸ φοροῦσε μὲ τὴν περικεφαλαία του.


Τὸ ἔργο της ἡ Ἑλένη δὲν τὸ περιόρισε μονάχα στὸ κτίσιμο ἐκκλησιῶν. Ἰδιαίτερη φροντίδα ἐπέδειξε ἡ μεγάλη αὐτὴ γυναῖκα καὶ γιὰ τὰ ἔργα τῆς χριστιανικῆς φιλανθρωπίας καὶ ἀγάπης.


Ἡ φιλανθρωπία ἀπετέλεσε γιὰ τὴν ἁγία βασικὸ στοιχεῖο τῆς ζωῆς της. Τὴν ἀρετὴ αὐτὴ τὴν θεωροῦσε τόσο ἀναγκαία γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ὅσο ἀναγκαία εἶναι κι ἡ ἀναπνοὴ γιὰ τὸ σῶμα. Καὶ τοῦτο, γιατί τὸν κάθε χριστιανὸ τὸν ἔβλεπε σὰν ἕνα ἔμψυχο ναὸ τοῦ Θεοῦ. Καὶ σ' αὐτὸ προσέφερε ὅ,τι ἠμποροῦσε. Χρήματα, βοήθεια, προστασία.


Ἔτσι ἔζησε ἡ ἁγία, μέχρι τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ θάνατός της ἔκλεισε τὰ μάτια (329 μ.Χ.).

Ἀπέθανε σὲ ἡλικία 80-81 ἐτῶν καὶ ἐκηδεύθη βασιλικά, ὅπως τῆς ἄξιζε. Τὸ λείψανό της τὸ μετέφεραν ἀργότερα στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὸ ἔθαψαν στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων.
Τὸν ναὸ αὐτὸ ἄρχισε νὰ κτίζει ὁ Μ. Κωνσταντῖνος καὶ τὸν ἀποτελείωσε ὁ γιὸς του Κωνστάντιος.
Τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας μαζὶ μὲ τὸ ὄνομα τοῦ παιδιοῦ της θὰ τὸ ἀναφέρουν μὲ σεβασμὸ οἱ γενεὲς τῶν ἀνθρώπων.
Τὴ μνήμη καὶ τῶν δυὸ συνεορτάζει ἡ Ἐκκλησία μας ὅπως σημειώσαμε τὴν 21η Μαΐου καὶ τοὺς ὀνομάζει ἰσαποστόλους.

Ἰσαπόστολος ὁ γιός. Ἰσαπόστολος καὶ ἡ μητέρα. Καὶ πολὺ δίκαια.


1ον. Γιατί ὅ,τι ἔκαμε ὁ γιὸς γιὰ τὸν χριστιανισμό, αὐτὸ ὀφείλεται στὴν ὑπέροχή του μητέρα, τὴν ἁγία Ἑλένη. Αὐτὴ τὸν προπαρασκεύασε μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὴ διαπαιδαγώγηση ποὺ τοῦ ἔδωκε.

2ον. Ἁγία ὑπῆρξε ἡ ἴδια. Ἁγιασμένη ζωὴ ἔζησε. Παρὰ τὶς τιμὲς ποὺ ἀπολάμβανε σὰν αὐτοκρατόρισσα δὲν παρασύρθηκε ἀπ' αὐτές. Δὲν περηφανεύτηκε ἀπὸ τὶς δόξες καὶ τὰ μεγαλεία. Ἔμεινε πάντα ἡ ταπεινή, ἡ ἁπλή, ἡ καλόκαρδη, ἡ πονετική, ἡ πιστή. Πόθος της ἕνας. Πῶς νὰ ἀρέσει στὸν Θεὸ καὶ νὰ κερδίσει τὴ βασιλεία Του. Τὸν Παράδεισο. Καὶ τὸ πέτυχε.

Τὸ παράδειγμά της, ἂς γίνει γιὰ τὸν καθένα μας ἕνας ὀδοδείχτης. Ἀπὸ ἀνθρώπους ἔχει ἀνάγκη κι ἡ ἐποχή μας, γιὰ νὰ ὀρθοποδήσει. Ἀπὸ ἀνθρώπους καλοσύνης κι ἀρετῆς. Τοὺς ἀνθρώπους ὅμως αὐτοὺς θὰ μᾶς τοὺς δώσουν καὶ σήμερα μόνο οἱ ἀληθινὲς χριστιανὲς μητέρες. Οἱ μητέρες τοῦ πνευματικοῦ βάθους καὶ ὕψους τῆς ἁγίας Ἑλένης.


Ἂς γίνει λοιπὸν τὸ παράδειγμά της πρότυπο μιμήσεως.

Ἂς μιμηθοῦν οἱ γυναῖκες τὴν πίστη της. Τὴν ὑπομονή της. Τὴν πλατιὰ καρδιά της. Τὴν κοινωνικὴ δράση της. Τὴν ἀρετὴ κι ἁγιοσύνη της. Τὸ ἐπιβάλλει ἡ ἀποστολή τους. Τὸ θέλει ἡ ἁγία. Τὸ ἀπαιτεῖ ὁ Χριστός.